Αναγνώστες

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Μια ανάμνηση με χρώμα πράσινο.

Αυτή η μικρή ιστορία, ήταν αποτέλεσμα μιας άσκησης στη σχολή δημιουργικής γραφής, Tabula Rasa, πριν τρία χρόνια.  Έπρεπε να γράψουμε μια ιστορία στην οποία να επικρατεί ένα συγκεκριμένο χρώμα. Ε, κι εγώ διάλεξα τ' αγαπημένο μου. Το χρώμα της ελπίδας.




    Όπου και αν γυρνούσα το βλέμμα, έβλεπα γύρω μου πράσινο. Οι συκιές με τα μεγάλα φύλλα τους μου έκλειναν τον δρόμο καθώς προχωρούσα όλο και πιο βαθιά μέσα στο χωράφι. Αγριόχορτα και τσουκνίδες, με τις πάντα απαραίτητες μολόχες δίπλα, γαργαλούσαν τα γυμνά μου πόδια. Σήκωσα τα μάτια και αντίκρισα την αγαπημένη χαρουπιά του παππού με τα άγουρα ακόμα χαρούπια. Χαμογέλασα. Είχα φτάσει στον προορισμό μου. Το μικρό σπίτι, χαμένο ανάμεσα στα δέντρα, ήταν ακριβώς όπως το θυμόμουν στα παιδικά μου χρόνια. Δεν είχα όμως την πολυτέλεια να χαθώ στις αναμνήσεις. Έστριψα σε ένα δρομάκι δίπλα από το σπίτι κι άρχισα να ψάχνω το μέρος που θυμόμουν πως πάντα φύτρωνε η ρίγανη. Η γνώριμη μυρωδιά δεν άργησε να με οδηγήσει σε ένα σημείο με βράχια σκεπασμένα με μούχλα. «Μπλιάχ!» σκέφτηκα. « Έχε χάρη που η ρίγανη φυτρώνει δίπλα σας καλά μου μουχλιασμένα βράχια. Ποτέ δεν σας συμπάθησα, ακόμα θυμάμαι τις τούμπες που είχα φάει πάνω σας όταν ήμουν μικρός». Άρχισα να γεμίζω την σακούλα που είχα φέρει μαζί μου. Μικρά φυλλαράκια ρίγανης διαλύονταν στα χέρια μου καθώς τα έκοβα κι η μυρωδιά γέμιζε την ψυχή μου με χρώματα και τα μάτια μου με δάκρυα. Γρήγορα συνήλθα. Μάζεψα την υπόλοιπη ρίγανη κι άπλωσα ένα ξεθωριασμένο πανί κάτω από ένα πεύκο για να ξαποστάσω. Άνοιξα το μπολ που είχα πάρει μαζί μου  και έβγαλα από μέσα ελιές μέσα στο λάδι τους – όπως μου άρεσαν – και δύο φέτες ψωμί. Ήθελα να θυμηθώ τις μέρες στο χωριό με τον παππού και την γιαγιά. Τις μέρες που καθόμασταν κάτω από τα πεύκα και τρώγαμε το ίδιο ακριβώς κολατσιό, όταν ξεκουραζόμασταν από το μάζεμα των ελιών ή από το φύτεμα. Για λίγο,  για κάποια χιλιοστά του δευτερολέπτου, ένιωσα πως ήμουν πάλι 8 χρονών κι η γιαγιά μου με τάιζε μπουκίτσες – μπουκίτσες το λαδόψωμο «για να μεγαλώσω και να γίνω δυνατός σαν τον παππού». Σαν τον παππού δεν κατάφερα ποτέ να γίνω. Μεγάλωσα όμως. Και μαζί μου μεγάλωσαν κι αυτοί. Τους έχασα έναν Μάρτη πριν 3 χρόνια, με διαφορά δύο εβδομάδων ο ένας από τον άλλον. Τα φύλλα είχαν μόλις αρχίσει να βγαίνουν στα δέντρα. Τι ειρωνεία κι αυτή, η φύση να γεννιέται και αυτοί να πεθαίνουν. Ίσως έτσι έπρεπε να γίνει. Η ζωή συνεχίζεται, έτσι δεν λένε; Τίναξα τα ρούχα μου από τις πευκοβελόνες και σηκώθηκα. Είχα πολύ δρόμο να κάνω κι έπρεπε να γυρίσω πριν νυχτώσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου