Αναγνώστες

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Κυνηγητό στο κοτέτσι



Ακούω βήματα. Οι γαλότσες του άντρα του σπιτιού βυθίζονται στην λάσπη καθώς πλησιάζουν προς το κοτέτσι. Πρέπει να προειδοποιήσω τις κότες μου, να τις προστατέψω. Κακαρίζω δυνατά.  Το κατάλαβαν και αρχίζουν να τρέχουν πέρα δώθε. Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι άλλο για να τις προστατέψω. Ή μήπως μπορώ; Είμαι ο αρχηγός αυτού του κοτετσιού, αν είναι να θυσιαστεί κάποιος, αυτός είμαι εγώ. Ακούω τον πάσσαλο να βγαίνει με δυσκολία από το χώμα. Η πόρτα τρίζει καθώς ανοίγει αργά. Κοιτάζω τα χέρια του άντρα του σπιτιού που κάποτε με τάιζαν πίτουρο και καλαμπόκι. Τώρα φοράει γάντια. Με αυτά θα με σκοτώσει άραγε;
" Άιντε κοκοράκο, έλα μα δεν θα πονέσει" τον ακούω να λέει χαϊδευτικά καθώς με πλησιάζει.
Δεν θα πονέσει; Δεν το είχα σκεφτεί πως πονάει ο θάνατος. Ένα μαύρο πέπλο και τέλος. Ακόμα και αν πονούσε όμως ξέρω πως αυτός θα έκανε τα αδύνατα δυνατά για να μην με πονέσει. Είναι καλός άνθρωπος. Όλοι οι άνθρωποι είναι καλοί αλλά εγώ πρέπει να πεθάνω. Tο έβλεπα κάθε χρόνο, κάποτε θα ερχόταν και η σειρά μου.
Δεν μπορώ να σκέφτομαι άλλο. Έχω μουδιάσει. Στο μυαλό μου έρχεται η αγαπημένη μου κότα, η πιο στρουμπουλή, που μου άρεσε να κάνω παιχνιδάκια μαζί της. Τι την σκέφτομαι τέτοια ώρα; Θα πεθάνω για χάρη της, ελπίζω τουλάχιστον να δώσει το όνομά μου σε ένα από τα 15 κοτόπουλά μας.
Ο άντρας με πλησιάζει κι άλλο. Περιμένει να τρέξω και με κοιτάζει με απορία.
''Μπα σε καλό σου, θα με αφήσεις να σε πιάσω έτσι απλά;'' αναρωτιέται και απλώνει τα χέρια του.
Εκείνη την στιγμή βλέπω το μαχαίρι. Ένα τεράστιο μαχαίρι με κοφτερή λεπίδα, προεξέχει από την τσέπη του.
Α όχι, όλα κι όλα, το μαχαίρι δεν μπορώ να το αντέξω. Λες και μου έβαλαν φωτιά, αρχίζω να τρέχω με όλη την δύναμη των ποδιών και των φτερών μου. Ο άντρας τρέχει από πίσω μου αλλά δεν μπορεί να με πιάσει. Δεν με λένε τυχαία ‘’τούρμπο’’ στο κοτέτσι. Και όχι μόνο επειδή είμαι ο πιο γρήγορος. Τι ήθελα και το γρουσούζεψα; Ένα κλαδί που μπλέκεται στα πόδια μου, μου κόβει τον δρόμο. Νιώθω τα χέρια του να με αρπάζουν και κάνω ο,τι μπορώ για να ξεφύγω. Μάταιος κόπος. Με πιάνει από τα πόδια και με γυρνάει ανάποδα. Δεν έχει νόημα πια. Όλη μου η ζωή, από το αυγό μέχρι σήμερα, περνάει μπροστά από τα μάτια μου καθώς ο άντρας πατάει τα πόδια μου στο χώμα και βγάζει το μαχαίρι του από την τσέπη.

'' Όλα μας τα κοτόπουλα θα έχουν τ’ όνομά σου! '' ακούω την αγαπημένη μου κότα να μου κακαρίζει. Γυρίζω να την κοιτάξω και δεν προσέχω το μαχαίρι που κατευθύνεται με δύναμη στον λαιμό μου. Ο άντρας είχε δίκιο. Ο θάνατος δεν πονάει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου